Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Τα χαστουκόψαρα, Λένος Χρηστίδης (απόσπασμα)




"Κλείνω. Μάτια. Ανοίγω. Μυαλό. Τελειώνεις το σχολείο, λες να ησυχάσεις από όλους αυτούς που σού κάθονται στο σβέρκο και σού λένε τι να πιστεύεις, τι να γνωρίζεις, τι να σκέφτεσαι, τι να μαθαίνεις και πώς να το μαθαίνεις. Ξυπνάς το πρωί, πας στη δουλειά κι είναι διάφοροι τύποι που σού λένε τι να κάνεις, πώς να φέρεσαι, πώς να ντύνεσαι, πώς να είσαι, για να βγάλουν εξαιτίας σου ―και με την ανοχή σου― περισσότερα λεφτά, είναι τ' Αφεντικά. Γυρίζεις στο σπίτι, φωνάζουν οι γονείς, βουίζουν τα αυτιά σου, σού λένε θα πεθάνουνεσύ θα τους πεθάνεις, αν δε μάθεις να φέρεσαι, να ντύνεσαι, να σκέφτεσαι, να είσαι όπως θέλουν Αυτοί. 


Πας στους φίλους σου, μία από τα ίδια, όλο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, τρέχουμε και δε φτάνουμε, όλοι μαζί, γύρω γύρω όλοι και στη μέση εμείς. Πας στα κλαμπ, βαριέσαι που ζεις, δυνατή μουσική, την αγνοείς, δεν έχει στίχους, δεν έχει κέφι, δεν έχει διέξοδο, σου λέει να χορεύεις, μόνο να χορεύεις, να κάθεσαι σα μαλάκας

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Άγρια χαρά και άγρια θλίψη

    Από τη μέρα που έσκασε η κρίση στη Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως νομίζω πως σε μένα τουλάχιστον δεν πέρασε ούτε μια μέρα συναισθηματικά αδιάφορη, ρουτινιασμένη σαν της μέρες της νωθρής ευμάρειας, σαν τις μέρες της παθολογικής ευφορίας. 

   Θυμάμαι, όταν πρώτο έγινε το οικονομικό μπαμ φοβήθηκα . Όχι ρε γαμώτο, είπα . Κι αν με διώξουν; Κι αν δεν μπορώ να βρω αλλού δουλειά; Κι αν χρειαστεί να ξεσπιτωθώ, να πάω μετανάστης; Κι αν, κι αν ...

   Μετά μ' έπιασε ξαφνικά μιαν άγρια χαρά . Έτσι ρε πούστιδες είπα, τόσο καιρό με κοιτάζατε λες κι ήμουν κάνας γιαχωβάς, με αντιμετωπίζετε σαν κάτι γραφικούς τύπους που γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά και διαλαλούσαν την συντέλεια του κόσμου. Κάθε φορά που το φέρνε η κουβέντα, κι άρχιζα να μιλάω για τις κυκλικές κρίσεις του καπιταλισμού , εσείς κοιτούσατε το καγιέν που 'χατε παρκαρισμένο απ’ έξω, γελούσατε κάτω απ τα μουστάκια σας και μου χτυπούσατε με συμπόνια και ανωτερότητα την πλάτη και παραγγέλνανε το επόμενο ντιμπλ. Τι έγινε τώρα; Καλά τα έλεγε ο γραφικός; Δεν είναι και τόσο τέλειος ο καπιταλισμός τελικά; Γίνανε αιφνιδίως οι κρίσεις της μόδας;


   Μετά μ' έπιασε μια γλυκιά χαρά. Ας είναι λέω, τώρα που οι γραφικοί επαληθευτήκαν, τώρα που γραφικοί αποδείχτηκε πως δεν είναι και τόσο γραφικοί, τώρα που καήκαμε με τη φωτιά, τώρα που πέσαμε στη λούμπα, τώρα που ο βασιλιάς αποδείχτηκε γυμνός, τώρα επιτέλους ο κόσμος θα ξυπνήσει, θα ωριμάσει και θα παλέψει, είπα. Θα παλέψει να στείλει στο διάολο όλους αυτούς που τον δούλευαν και τώρα τον αφήσανε γυμνό και πεινασμένο. Θα τους στείλει από εκεί που ήρθαν αυτούς και τις ιδέες τους. Έτσι αποκοιμήθηκα ήσυχος