"Κλείνω. Μάτια. Ανοίγω. Μυαλό. Τελειώνεις το σχολείο, λες να ησυχάσεις από όλους αυτούς που σού κάθονται στο σβέρκο και σού λένε τι να πιστεύεις, τι να γνωρίζεις, τι να σκέφτεσαι, τι να μαθαίνεις και πώς να το μαθαίνεις. Ξυπνάς το πρωί, πας στη δουλειά κι είναι διάφοροι τύποι που σού λένε τι να κάνεις, πώς να φέρεσαι, πώς να ντύνεσαι, πώς να είσαι, για να βγάλουν εξαιτίας σου ―και με την ανοχή σου― περισσότερα λεφτά, είναι τ' Αφεντικά. Γυρίζεις στο σπίτι, φωνάζουν οι γονείς, βουίζουν τα αυτιά σου, σού λένε θα πεθάνουν, εσύ θα τους πεθάνεις, αν δε μάθεις να φέρεσαι, να ντύνεσαι, να σκέφτεσαι, να είσαι όπως θέλουν Αυτοί.
Πας στους φίλους σου, μία από τα ίδια, όλο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, τρέχουμε και δε φτάνουμε, όλοι μαζί, γύρω γύρω όλοι και στη μέση εμείς. Πας στα κλαμπ, βαριέσαι που ζεις, δυνατή μουσική, την αγνοείς, δεν έχει στίχους, δεν έχει κέφι, δεν έχει διέξοδο, σου λέει να χορεύεις, μόνο να χορεύεις, να κάθεσαι σα μαλάκας
