Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Με ποια τάξη στο τιμόνι, με ποια μέσα, για ποιο σκοπό; (ολοκληρωμένο κείμενο)

Με ποια τάξη στο τιμόνι, με ποια μέσα, για ποιο σκοπό;

Τα πιο πάνω ερωτήματα τα είχα προτείνει ως ερμηνευτικό κλειδί στην πολιτική ιδεολογία και τα πολιτικά προγράμματα τον φετινό Ιούλη.

Ήρθε ίσως η ώρα να αναλυθούν και να εξηγηθούν περισσότερο και με πιο σαφή αναφορά στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αλλά όχι μόνο.

I. "Με ποια τάξη στο τιμόνι;

Πρόκειται για ένα ερώτημα που αφορά τόσο την κομματική όσο και την κινηματική σύσταση και κατεύθυνση. Πρόκειται επίσης για ένα ερώτημα που αναδεικνύει την άμεση σχέση μεταξύ σύστασης και κατεύθυνσης. Ας εξηγηθούμε: εξ ορισμού, και εφόσον η αστική κοινωνία, και ακριβέστερα η κοινωνία των ιδιωτών, δομείται με όρους συγκρουόμενων ατομικών συμφερόντων και όχι τάξεωνόλα τα κόμματα συγκεντρώνουν στο επίπεδο της βάσης τους ανθρώπους από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Βεβαίως, το ποσοστό της εκπροσώπησης των διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων διαφέρει από κόμμα σε κόμμα. Για παράδειγμα, η βάση της Δημοκρατικής Αριστεράς αποτελείται δυσανάλογα πολύ από δημόσιους υπαλλήλους και τις "επαγγελματικές τάξεις" όπως ήταν γνωστές: γιατρούς, δικηγόρους, ακαδημαϊκούς. Τα λαϊκά στρώματα, οι εργάτες, οι αγρότες, η ανειδίκευτη εργασία, ελάχιστα εκπροσωπούνται στην βάση του κόμματος.




Δεν σημαίνει όμως κάτι από μόνη της η κοινωνική-ταξική σύσταση της βάσης σε ό,τι αφορά το ερώτημά μας: δηλαδή, το να υπάρχει ένα ικανό ποσοστό κατώτερων και φτωχών στρωμάτων στην βάση ενός κόμματος δεν συνεπάγεται κάτι για το ποια τάξη βρίσκεται στο τιμόνι του. Το ίδιο ισχύει και για ένα κοινωνικό κίνημα. 

Το κλειδί εδώ είναι ότι μέσα σε κάθε κόμμα αστικού χαρακτήρα ισχύει οργανωτικά η ίδια αρχή που ισχύει και στο αστικό κοινοβούλιο, αλλά και διέπει τη σχέση "πολίτη" και "κράτους": η σχέση εκπροσώπησης.

Η σχέση εκπροσώπησης είναι όμως ταυτόχρονα σχέση υπαγωγής και συνεπώς σχέση κυριαρχίας.

Με απλά λόγια, σε ένα αστικό κόμμα, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τμήματα της εργατικής τάξης σαφώς και αποτελούν στοιχεία της εκλογικής βάσης. Η κομματική οργάνωση και ιεραρχία όμως αυτών των κομμάτων έχει ως στόχο την "εκπροσώπηση" των στρωμάτων αυτών ως ήδη υπαγμένων στα αστικά συμφέροντα. Με άλλα λόγια, τα λαϊκά στρώματα και τμήματα της εργατικής τάξης μπορούν μόνο να εκπροσωπούνται στα αστικά κόμματα, να γίνεται λόγος για αυτά και εξ ονόματός τους, να τους απευθύνεται ο λόγος άμεσα ή έμμεσα: ποτέ όμως να αποφασίζουν, να διαμορφώνουν τα ίδια την κομματική ιδεολογία και το πολιτικό πρόγραμμα, κλπ. Η κεντρική ιδέα είναι πως το αστικό κόμμα συμπεριλαμβάνει και λαμβάνει υπόψη του, τα συμφέροντά τους· όμως τα συμφέροντα αυτά συλλαμβάνονται εξ αρχής ως παράγωγα και όχι ως πρωταρχικά συμφέροντα· ως συμφέροντα που δεν είναι αυτοτελή και κυρίαρχα, αλλά απορρέουν από τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, η οποία και παρουσιάζεται ως εκπρόσωπός τους -- όχι ως τάξη, βέβαια, αλλά ως συλλογή "προσωπικοτήτων", "τεχνοκρατών", "ικανών ανθρώπων", κλπ. Συμπερασματικά, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τμήματα της εργατικής τάξης εκπροσωπούνται στα αστικά κόμματα ως αναγκαστικάκυριαρχούμενα, με τα συμφέροντά τους να στερούνται αυτοτέλειας και αυτονομίας, και να υπάγονται αναγκαστικά στο "ευρύτερο συμφέρον", το οποίο όμως είναι ήδη, και πάντα, το συμφέρον της κυρίαρχης τάξης -- της αστικής τάξης, εφόσον βρισκόμαστε το έδαφος της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας.

Για να βρεθεί η εργατική τάξη στο τιμόνι, λοιπόν, δεν προαπαιτείται απλώς η αυξημένη ή και πλειοψηφική της συμμετοχή σε επίπεδο βάσης, ούτε καν η πλειοψηφική της συμμετοχή σε επίπεδο ηγεσίας και ανώτερων κομματικών κλιμακίων. Προαπαιτείται η αυτοεκπροσώπησή της σε όλο το εύρος και βάθος της κομματικής ζωής, και κυρίαρχα στους θεσμούς εκείνους που αφορούν άμεσα την πάλη για τα συμφέροντά της: τα συνδικάτα, τα εργατικά συμβούλια, τις λαϊκές επιτροπές, κλπ. Ο κομματικός μηχανισμός ως κοινοβουλευτικός μηχανισμός πρέπει να εκφράζει πρακτικές και ιδέες που απορρέουν από την εμπειρία της άμεσης εμπλοκής στην ταξική πάλη αυτών των σωμάτων (για αυτό και η διάκριση "ηγεσίας" και "βάσης" είναι εξόχως προβληματική για ένα κόμμα της εργατικής τάξης, αν και είναι χρήσιμη για τα αστικά κόμματα). Για να μπορεί να ειπωθεί ότι μια τάξη διαφορετική από την αστική βρίσκεται στο "τιμόνι" ενός κόμματος, θα πρέπει λοιπόν η τάξη αυτή (και μιλάμε αναγκαστικά για την εργατική τάξη) να εκφράζει τα συμφέροντά της ως αυτοτελή και κυρίαρχα τόσο σε όλο το φάσμα της κομματικής ιδεολογίας όσο και στην πρακτική ζωή του κόμματος. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός και η ανακλητότητα των εκπροσώπων βάσει ελέγχου της δράσης τους και της πιστότητας αυτής της δράσης προς τα εργατικά συμφέροντα αποτελούν τα διακριτικά χαρακτηριστικά της εσωκομματικής κυριαρχίας της εργατικής τάξης, διότι εκφράζουν, πρώτον, την απόλυτη εξάρτηση της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της από την ενότητα στη δράση ανεξάρτητα από επιμέρους διαφωνίες, και δεύτερον, την δύναμή της να ελέγξει τη λειτουργία των σωμάτων στα οποία επιλέγει να οργανωθεί.

Αντιστρόφως, ένα κόμμα το οποίο προάγει την "πολυσυλλεκτικότητα" και την "πολυφωνία" από τη μια, και την "χαρισματικότητα" του αναντικατάστατου ή ιδιαίτερα προικισμένου ηγέτη από την άλλη, δεν μπορεί να είναι ένα κόμμα στο οποίο η εργατική τάξη βρίσκεται στο τιμόνι. Η πολυφωνία και ο κατακερματισμός απόψεων είναι πολυτέλειες που προσφέρονται μόνο στην τάξη που ελέγχει τα ΜΜΕ, τα κατασταλτικά όργανα του κράτους, και βεβαίως τα μέσα παραγωγής: μια τάξη δηλαδή που μπορεί να εκφράσει τις εσωτερικές της αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς της σε επαρκή βαθμό χωρίς να διακινδυνεύει άμεσα κι εξαιτίας αυτού να τσακιστεί και να συντριβεί. Η εργατική τάξη δεν έχει τίποτε άλλο παρά την δύναμη της ενότητάς της, και συνεπώς, ο κατακερματισμός της είναι πάντα, και αναγκαστικά, προοίμιο και μέσο συντριβής της. Όσο για την "χαρισματικότητα", προϋποθέτει ήδη την κυριαρχία της ατομικής προσωπικότητας πάνω στην αυτοεκπροσώπηση της τάξης: για αυτό και σ' ένα αστικό κόμμα η αλλαγή ηγέτη είναι πάντα πολύ θεμελιακότερο ζήτημα από ό,τι σε ένα κόμμα που εξακολουθεί να είναι κόμμα της εργατικής τάξης, όπου φυσικά υπάρχουν πάντα ικανότεροι και λιγότερο ικανοί ηγέτες, δεν υπάρχουν όμως δυνατότητες ο ηγέτης, ή η ηγετική ομάδα, να αλλάξει τον χαρακτήρα του κόμματος από εργατικό σε αστικό χωρίς σοβαρότατες εσωκομματικές αντιδράσεις, σχίσματα ή και διάλυση. 

Τέλος, η κυριαρχία της εργατικής τάξης σε ένα κόμμα εκφράζεται μέσω της πριμοδότησης της στρατηγικής σε σχέση με την τακτική, καθώς αυτό που πρωτίστως απασχολεί την εργατική τάξη είναι η προοπτική της χειραφέτησής της: αυτός είναι ο στόχος της δράσης της, αυτό και το οπτικό πρίσμα από το οποίο κρίνει και αποφασίζει την τακτική της. Τούτο δεν θα μπορούσε ποτέ να ισχύει σε ένα αστικό κόμμα, διότι η αστική τάξη είναι ήδη κυρίαρχη, και συνεπώς ο στρατηγικός στόχος δεν έχει περιεχόμενο άλλο από την συντήρηση αυτής της κυριαρχίας, δεν περιλαμβάνει δηλαδή καμία μετασχηματιστική διάσταση. Άρα, και επειδή υπάρχουν πολλά αστικά κόμματα, και συνεπώς και πολλές τάσεις συμφερόντων μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης (βιομηχανικά, τραπεζιτικά, εφοπλιστικά, επαγγελματικά, επενδυτικά, κλπ), ευνοείται αντίστοιχα και η πριμοδότηση της τακτικής πάνω από την στρατηγική. Τα αστικά κόμματα έχουν συνακόλουθα τρομερή εμπειρία και ικανότητες σε όλες τις εκφάνσεις της τακτικής, από την νομοθετική μηχανορραφία και τους κοινοβουλευτικούς ελιγμούς ως τις ρητορικές ακροβασίες, τις αιφνιδιαστικές συνεργασίες με άλλα κόμματα ή τις εσωτερικές διασπάσεις, αναλόγως των περιστάσεων και των αναγκαιοτήτων που αυτές υπαγορεύουν.

Είναι σφάλμα που παραπέμπει στην εργατική και λαϊκή αυταπάτη να κατηγορείται ένα κόμμα που βάσει όλων των παραπάνω έχει την αστική τάξη στο τιμόνι για "προδοσία" των συμφερόντων των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Δεν φτιάχτηκε για να αγωνιστεί για τα συμφέροντα αυτά αλλά για να τα εκπροσωπήσει, πάντοτε ως αναγκαστικά υπαγμένα στα συμφέροντα της τάξης που ελέγχει τα μέσα παραγωγής και το κράτος -- στο ένα ή το άλλο τμήμα αυτής της τάξης, που όμως, τελικά, δεν χωρίζεται ποτέ σε κάθετα διαχωρισμένα και μη συμφιλιώσιμα στρατόπεδα. 

Κατά συνέπεια, και για να κλείσουμε το πρώτο μέρος, είναι αστείο να κατηγορείται ο ΣΥΡΙΖΑ, που ικανοποιούσε εξ αρχής όλα τα κριτήρια του κόμματος στου οποίου το τιμόνι βρίσκεται η αστική τάξη, ότι "άλλαξε πορεία", ότι "πρόδωσε" κάποια συμφωνία, δέσμευση, κλπ. Εφόσον ο ηγετικός ρόλος της αστικής τάξης στον ίδιο δεν άλλαξε ούτε επί Συνασπισμού, ούτε επί ΣΥΡΙΖΑ, ούτε μετά την ενοποίηση του κόμματος σε ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, τα υπόλοιπα είναι απλώς συνέπειες του πώς αυτή η τάξη (ένα τμήμα της τάξης αυτής ως κυρίαρχο του διαταξικού συνασπισμού), αντιλαμβάνεται τις προτεραιότητές της και τα ιδιαίτερα συμφέροντά της σε κάθε καμπή του πολέμου ανάμεσα στις τάξεις. Εφόσον πρόκειται για συνασπισμό συγκεκριμένων αστικών συμφερόντων στο τιμόνι, ο συνασπισμός αυτός προσπαθεί --και θα συνεχίσει να προσπαθεί-- εύλογα και έλλογα να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητές του να διεκδικήσει ενδοαστικά (απέναντι σε άλλα τμήματα) τα δικά του συμφέροντα. Και εφόσον, για να μείνουμε στον ΣΥΡΙΖΑ, η τάξη στο τιμόνι είναι η μεσαία αστική τάξη, η εργατική αριστοκρατία, ένα τμήμα των "επαγγελματικών τάξεων" και μεγάλο κομμάτι των δημοσίων υπαλλήλων και των αυτοαπασχολούμενων, ο στόχος είναι πάντα ο καλύτερος δυνατός συμβιβασμός συμφερόντων με το μεγάλο κεφάλαιο, τα μονοπώλια, τους ισχυρούς κεφαλαιοκράτες στην Ελλάδα, την ΕΕ, τις ΗΠΑ. Ως τώρα, ο συνασπισμός αυτός δεν έχει κατορθώσει να πείσει το μεγάλο κεφάλαιο και τα μονοπώλια ότι είναι απαραίτητος και αναπόφευκτος για την αποτελεσματική πολιτική διαχείριση των συμφερόντων τους, κι έτσι παρεμποδίζεται και η κυριαρχία του στο κομματικό πεδίο.

Όσο για την προσδοκία κάποιων ότι ένα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε τάχα να ανατρέψει εσωτερικά την τάξη που βρισκόταν εξ αρχής στο τιμόνι του για να λειτουργήσει, αίφνης, ως όχημα εξυπηρετήσης των συμφερόντων της αντίπαλης τάξης, κι όλα αυτά απλά επειδή θα ψηφίζονταν και από τα κατώτερα λαϊκά στρώματα (όπως και έγινε), αυτή μπορεί να αποδωθεί είτε στην έλλειψη θεωρητικής συγκρότησης, την απειρία και την αφέλεια, είτε στην ενσυνείδητη εξαπάτηση των ίδιων αυτών κατώτερων λαϊκών στρωμάτων. Το ποια τάξη βρίσκεται στο τιμόνι είναι η πηγή όλων των συμπεριφορών ενός κόμματος ή ενός κινήματος και καθορίζει το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν και να είναι τα εκάστοτε κόμματα και κινήματα με σιδερένια νομοτέλεια.

ΙΙ. "Με ποια μέσα;"


Πρόκειται για ένα ερώτημα που άμεσα μας οδηγεί σε τριών ειδών διακρίσεις, οι οποίες είναι όλες αστικές στην καταγωγή τους και εφράζουν την αστική ιδεολογική οπτική. Οι διακρίσεις αυτές είναι μεταξύ "κοινοβουλευτικών" και "εξωκοινοβουλευτικών" μέσων, "νόμιμων" και "παράνομων" μέσων, και "ειρηνικών" και "ένοπλων" μέσων.

Τα αστικά κόμματα περηφανεύονται ότι υποστηρίζουν τα κοινοβουλευτικά, νόμιμα και ειρηνικά μέσα και κατηγορούν τα εργατικά κόμματα ότι δεν αποκηρύσσουν τα εξωκοινοβουλευτικά, παράνομα και ένοπλα μέσα. Αλλά βέβαια, η αστική τάξη με τον τρόπο αυτό απλώς επαίρεται για την εξουσία της και συγχέει αυτή την έπαρση με κάποιο δήθεν αντικειμενικό ηθικό κριτήριο. 


Διότι πρώτα απ' όλα όλες αυτές οι διακρίσεις εξαρτώνται ήδη από το θεσμικό και δικαιϊκό πλαίσιο που θέσπισε η ίδια η αστική τάξη. Το κοινοβούλιο είναι θεσμός της αστικής τάξης, σχεδιασμένος για να υπηρετεί ως μέσο τα δικά της συμφέροντα. Το ίδιο και ολάκερη η πολιτική ζωή (εκλογές, προεκλογικές υποσχέσεις, προβολή κομματικών θέσεων, διακομματικές συζητήσεις, συνέδρια, κλπ) που έχει ως πυρήνα της την κοινοβουλευτική θέση. Συνεπώς δεν είναι καμιά αρετή να υποστηρίζεις πως όλα τα κόμματα πρέπει να αγωνίζονται στο πεδίο που εσύ έχεις δημιουργήσει για να υπηρετείς τα δικά σου συμφέροντα. Είναι απλώς μέσο επιβολής αυτών των συμφερόντων. Το εργατικό κόμμα είναι αδύνατο να απορρίψει τα εξωκοινοβουλευτικά μέσα, διότι είναι αδύνατο να δεχτεί το απόλυτο της κυριαρχίας του πολιτικού θεσμού που θέσπισε η αντίπαλη τάξη. Η αποκήρυξη της εξωκοινοβουλευτικής δράσης (απεργίες, πορείες, συλλαλητήρια, παραστάσεις διαμαρτυρίας, κλπ), ισοδυναμεί με απόλυτη υποταγή στην αστική πολιτική εξουσία.

Τα "νόμιμα" μέσα, απ' την άλλη, είναι "νόμιμα" σύμφωνα με τις αποφάσεις της κυρίαρχης τάξης, που ελέγχει τόσο την νομοθετική όσο και τη δικαστική εξουσία. Ελέγχοντάς τις, είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να αναθεωρήσει νόμους που την παρεμποδίζουν στη βάση νέων συνθηκών, να εισάγει νέους, να εξουδετερώσει έναν νόμο που την παρεμποδίζει με έναν  δεύτερο νόμο, να εκμεταλλευτεί τις αντιφάσεις που η ίδια δημιουργεί στο δικαϊκό εποικοδόμημα ώστε να εκμεταλλευτεί "παραθυράκια", δηλαδή περιθώρια ελιγμών. Η δυνατότητα του εργατικού κόμματος να εκμεταλλευτεί τα περιθώρια της νόμιμης δράσης εξαρτάται πάντα από την βούληση της κυρίαρχης τάξης να εκχωρήσει αυτή τη δυνατότητα, και η βούληση αυτή έχει αυστηρά όρια, άμεσα συναρτώμενα με την απειλή απώλειας της εξουσίας.

Είναι, τέλος, αστείο να μιλούμε για "ειρηνική" και "ένοπλη" δράση ως αντίθετα μεταξύ τους πράγματα από τη στιγμή που και ο τελευταίος αστός κοινωνιολόγος δέχεται τη ρήση του Βέμπερ ότι το κράτος έχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας (το μονοπώλιο, δηλαδή, της βίας που είναι σύμφωνη με τη βία, αφού η βία --και όχι ο...βιβλικός Θεός-- είναι επίσης η δύναμη που θεσπίζει τον νόμο, και άρα και το νόμιμο· ο διαρκώς αναφερόμενος "ορισμός" του Βέμπερ είναι απλώς άσκηση στην κενή περιεχομένου ταυτολογία)Στην πράξη, η βεμπερική αρχή απλά σημαίνει ότι τα αστικά κόμματα λειτουργούν "νόμιμα" επειδή εκχωρούν τη χρήση της βίας στο ίδιο το αστικό κράτος, δηλαδή στην πολιτική εκείνη δύναμη της οποίας αποτελούν απλές επιμέρους εκφάνσεις. Η κατασταλτική δράση του αστικού κράτους είναι βεβαίως ένοπλη, στηρίζεται στην ισχύ των όπλων κάθε φορά που αυτό επιβάλλεται από την αριθμητική δύναμη του αντιπάλου του κράτους, την οργάνωση ή την αποφασιστικότητά του -- και ορισμένες φορές, για καθαρά προληπτικούς λόγους. Έτσι, τα αστικά κόμματα εμφανίζουν τον εαυτό τους ως αμέτοχα της πολιτικής βίας που ασκεί το κράτος, απλά και μόνο επειδή δεν έχουν τα ίδια την ανάγκη να οργανώσουν αυτή τη βία, απλώς --αν βρίσκονται στην κυβέρνηση-- να της επιτρέψουν να ασκηθεί· και εμφανίζονται αμέτοχα της οικονομικής βίας, απλά και μόνο επειδή δεν οργανώνουν τα ίδια τους μηχανισμούς της στην καπιταλιστική οικονομία αλλά απλώς εξασφαλίζουν την πολιτική και νομοθετική υπεράσπιση και διαιώνιση αυτών των μηχανισμών.

Ακόμα και έτσι όμως, η πρόκριση των κοινοβουλευτικών, νόμιμων, και ειρηνικών μέσων εξαρτάται από τις συνθήκες απέναντι στις οποίες βρίσκεται η αστική τάξη· αν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην ταξική πάλη είναι ανυπέρβλητες, αν φτάσει σε μεγάλες εσωτερικές αντιφάσεις που δεν μπορεί να επιλύσει ειρηνικά, αν, ακόμα, θέλει απλώς να προλάβει καταστάσεις, η αστική τάξη --τμήματά της-- καταλύουν το αστικό Σύνταγμα, διαλύουν το αστικό κοινοβούλιο, διενεργούν πραξικοπήματα, εξαπολύουν τον στρατό κατά των πολιτών της χώρας. Το έχουν κάνει πάμπολλες φορές σε πάρα πολλές χώρες, και θα συνεχίσουν να το κάνουν. Η περίφημη "κατάσταση εξαίρεσης" δεν είναι τόσο μια κατάσταση άρσης του νόμου, όσο είναι μια κατάσταση αποκάλυψης της αποκλειστικής πηγής της δύναμής του, δηλαδή της βίας. Το "εξαιρετικό" είναι κατά βάση η απροκάλυπτη έκφραση του συγκροτητικού του δικαίου χαρακτήρα της (ταξικής) βίας.

Με δεδομένα όλα αυτά, το εργατικό κόμμα, νοούμενο ως κόμμα της εργατικής τάξης, δεν μπορεί υπό καμία περίσταση να υποστασιοποιεί και να απολυτοποιεί τον διαχωρισμό μεταξύ κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών, νόμιμων και παράνομων, ειρηνικών και ένοπλων μέσων. Ο διαχωρισμός αυτός είναι αναγκαστικά διαχωρισμός τακτικής ανάλογα με την εθνική και διεθνή πορεία της ταξικής πάλης, όπως είναι και για την αστική τάξη και τα δικά της κόμματα. Αντιστρόφως, η σταδιακή συρρίκνωση της χρήσης εξωκοινοβουλευτικών μέσων, η αποκήρυξη της παράνομης δράσης, η αποκήρυξη της ένοπλης δράσης από θέση αρχής και στο όνομα του "ειρηνικού περάσματος" στο σοσιαλισμό, είναι πάντα διακριτικά χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή της υπαγωγής της εργατικής τάξης στην κυριαρχία ενός τμήματος της αστικής, και με στόχο την καλύτερη διαπραγμάτευση (δια του "εκβιασμού") των συμφερόντων της δεύτερης (και μόνο δευτερευόντως και υπό προϋποθέσεις της πρώτης) απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Όταν τέτοιου είδους διαχωρισμοί υποστασιοποιούνται στους κόλπους κόμματος της εργατικής τάξης, τότε έχουμε να κάνουμε με εκφάνσεις του οπορτουνισμού, και συνεπώς με διείσδυση φορέων των συμφερόντων της αστικής τάξης στο τιμόνι του εργατικού κόμματος -- και δεν εννοούμε απλώς στην στενά (βασικά αστικά) νοούμενη "ηγεσία."

Όπως είναι προφανές, η επιλογή ή η απαγόρευση μέσων είναι άμεση συνάρτηση του σκοπού, με τον ίδιο τρόπο που είναι επίσης άμεση συνέπεια του ποια τάξη βρίσκεται στο τιμόνι ενός κόμματος ή κινήματος.

ΙΙΙ. "Για ποιο σκοπό;

Το τρίτο ερώτημα επιδέχεται απάντησης άμεσης και ταυτόχρονα επιφανειακής και δυνητικά συσκοτιστικής ή έστω παρελκυστικής ως προς την ουσία του ζητήματος. Μπορεί δηλαδή απλώς να απαντήσει κανείς ότι ο σκοπός ενός πολιτικού κόμματος είναι είτε η συντήρηση και διαιώνιση είτε η ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και της μορφής της πολιτικής εξουσίας που αντιστοιχεί σ' αυτές, της αστικής πολιτικής εξουσίας.

Αλλά στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, και επειδή ο ίδιος ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής είναι δυναμικός, εξελισσόμενος, και περιλαμβάνει τις κρίσεις συσσώρευσης, η "συντήρηση" και η "διαιώνιση" της αστικής εξουσίας είναι επινοητικές διαδικασίες· χρειάζονται, πολλές φορές, τόλμη, πειραματισμούς, καινοτομίες, εκχωρήσεις και υπερβάσεις εκ μέρους της κυρίαρχης τάξης. 


Κι από δω ξεκινά το όλο πρόβλημα της λαϊκής σύγχυσης: είναι πολλές φορές δύσκολο για τις πλατειές μάζες να κατανοήσουν ότι όλα αυτά τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού της συντήρησης και διαιώνισης της καπιταλιστικής παραγωγής και της αστικής πολιτικής εξουσίας είναι αυτό ακριβώς: μέσα εξυπηρέτησης ενός σκοπού, που δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αλλάξει όσο η αστική τάξη είναι η κυρίαρχη τάξη.

Η λαϊκή επιθυμία να επιτευχθεί το ακατόρθωτο, που είναι απόλυτα φυσιολογική, εφόσον κανείς μη διαταραγμένος άνθρωπος δεν επιδιώκει τη βία, τη σύγκρουση και την καταστροφή ως αυτοσκοπούς, σπρώχνει διαρκώς τα φτωχά λαϊκά στρώματα αλλά και τμήματα της εργατικής τάξης που δεν έχουν αποκτήσει μια θεωρητική αρμάτωση απέναντι στην καθημερινή εμπειρία, να ερμηνεύουν τις τακτικές κινήσεις της άρχουσας τάξης ως προάγγελους αλλαγών που δεν μπορούν να έρθουν, να υπερτιμούν σε τεράστιο βαθμό τα περιθώρια πραγματικής αλλαγής του συστήματος: σε τεράστιο βαθμό, γιατί σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης συγχέουν την αναδιάταξή του με επανάσταση (βλέπε 1968) και σε περιόδους κρίσης και ύφεσης προσδοκούν εκχωρήσεις που είναι ανέφικτες για το σύστημα, εφόσον αυτό πρέπει να παραμείνει πιστό στην εξασφάλιση του κέρδους για τους κατόχους των μέσων παραγωγής.

Σε περιόδους κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης, η αστική επινοητικότητα παίρνει κυρίαρχα "προοδευτικό" χαρακτήρα, δηλαδή χαρακτήρα άμβλυνσης των μεθόδων επιβολής και χαλάρωσης της αντιλαϊκής τανάλιας· σε περιόδους ύφεσης, παίρνει κυρίαρχα "αντιδραστικό" χαρακτήρα, δηλαδή αύξησης της αντεργατικής επιθετικότητας και συρρίκνωσης ελευθεριών: και στις δύο περιπτώσεις, οι πλατιές μάζες αιφνιδιάζονται -- στην πρώτη θετικά, με αποτέλεσμα ένα κομμάτι τους να εγκαταλείψει το εργατικό κόμμα ως αχρείαστο και παρωχημένο, στην δεύτερη αρνητικά, με αποτέλεσμα ένα κομμάτι να το απομακρύνει ως επικίνδυνο για την ατομική επιβίωση (εκλογικεύοντας αυτή την επιλογή δια της αναστροφής, διακηρύσσοντας δηλαδή ότι δηλαδή είναι "ακίνδυνο" και "συστημικό").

Και στις δύο περιπτώσεις, επίσης, προβάλλεται η φενάκη της ύπαρξης ενός φαντασματικού "τρίτου" συστήματος: σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, η αυταπάτη είναι πως είναι εφικτό ένα σύστημα με "αναρχικά"/"ελευθεριακά" χαρακτηριστικά, όπου η ατομική ελευθερία θα φτάνει ουτοπικά ύψη ενώ ταυτόχρονα θα διασφαλίζονται όλες οι οικονομικές, υλικές και καταναλωτικές ανάγκες, ενώ σε περιόδους ύφεσης κυριαρχεί η αυταπάτη "κεϋνσιανού" χαρακτήρα, ενός συστήματος δηλαδή που και θα συντηρήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και θα εξασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση του (αταξικά εννοούμενου) πληθυσμού, με τις ανισότητες να περιορίζονται, δήθεν, "σε λογικά πλαίσια." 

Τα οπορτουνιστικά κόμματα, οι εκφάνσεις δηλαδή της διαφθοράς της ίδιας της εργατικής τάξης από την αστική ιδεολογία και τα αστικά οικονομικά θέλγητρα, πρωταγωνιστούν και στις δύο περιπτώσεις στη διάχυση των ψευδαισθήσεων· χαρακτηριστική και αποκαλυπτική μάλιστα είναι και η μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα "κινηματικής"/ελευθεριακής έκστασης που δομήθηκε ως τέτοιο σε εποχές που βιώνονταν ως αναπτυξιακές σε κόμμα κεϋνσιανού προσανατολισμού μετά το 2009-2010, όταν άρχισαν να εκδηλώνονται πλέον ξεκάθαρα τα σημάδια της κρίσης. Ο οπορτουνισμός ακολουθεί πάντοτε ένα από τα δύο αφηγήματα, δηλαδή το είδος ψευδαίσθησης που είναι καταλληλότερο για την συγκεκριμένη καμπή του κεφαλαιοκρατικού κύκλου συσσώρευσης (παρεμπιπτόντως, στην μακρόπνοη κρίση συσσώρευσης πρέπει να αποδοθεί και η νομοτέλεια της παρακμής του "ελευθεριακού/αντιεξουσιαστικού" πολιτικού λόγου, που μπορεί να έλξει σημαντικά κομμάτια της νεολαίας μόνο όταν οι υλικές ανάγκες καλύπτονται σε επαρκές σημείο για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού).

Είναι λοιπόν πολύ δύσκολη υπόθεση για το κόμμα της εργατικής τάξης να κοινοποιήσει το φαινομενικά αυταπόδεικτο: ότι υπάρχουν μόνο δύο συστήματα οργάνωσης της κοινωνίας, το καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό, και ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ποτέ ως τώρα βρει τρίτο -- και πιο συγκεκριμένα, ότι όλες οι δήθεν ανακαλύψεις "τρίτου" συστήματος αποκαλύφθηκαν, αργά ή γρήγορα, ως εκφάνσεις της τακτικής επινοητικότητας του πολιτικού βραχίονα του πρώτου, του καπιταλισμού.

Κατά συνέπεια, υπάρχει άμεση και αναπόδραστη σύνδεση μεταξύ του στόχου της ανατροπής του καπιταλισμού και της παραδοχής ότι η ανατροπή αυτή δεν έχει άλλη μορφή από τον σοσιαλισμό, ως σύστημα κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού. Γυρισμένο αντίστροφα, αυτό σημαίνει πως καμία διακήρυξη στόχου ανατροπής του καπιταλισμού δεν μπορεί να είναι γνήσια αν δεν διακηρύσσει ταυτόχρονα ότι αυτό σημαίνει επιβολή του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής. Διακηρύξεις που αφήνουν "ανοιχτό" αυτό το ζήτημα υπονοούν εξ ορισμού την δυνατότητα εξεύρεσης "τρίτου" συστήματος. Αφού όμως ο καπιταλισμός είναι ένα πλήρως αναπτυγμένο σε παγκόσμια κλίμακα σύστημα και ο σοσιαλισμός μόνο μια δυνατότητα συστήματος, οποιαδήποτε προσπάθεια εξεύρεσης συστήματος που να μην είναι σοσιαλιστικό θα απορροφηθεί σε μηδενικό χρόνο από τον καπιταλισμό. Αυτό φυσικά το γνωρίζουν όλοι οι κήρυκες του "σοσιαλισμού που θα έρθει", του "νέου σοσιαλισμού", του "μετα-υπαρκτού σοσιαλισμού", του "σοσιαλισμού του 21ου αιώνα", κλπ. Δυστυχώς, η ανισορροπία δύναμης ανάμεσα σε ένα πλήρως αναπτυγμένο σύστημα και ένα δυνητικό είναι τόσο συντριπτική που μόνο η πιο δογματική και "φανατική" επιμονή στην σύγκρουση με το υφιστάμενο σύστημα μπορεί να ελπίζει στην εξασφάλιση των ελάχιστων προϋποθέσεων δόμησης μιας διαφορετικής οικονομίας και κοινωνίας. 

Και φυσικά, αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει ότι στο τιμόνι ενός κόμματος που πετυχαίνει κοινωνική ηγεμονία και του κινήματος με το οποίο κατακτά την ηγεμονία αυτή, βρίσκεται ξεκάθαρα ως κυρίαρχη η εργατική τάξη, και προϋποθέτει επίσης πως η τάξη αυτή δίνει στον εαυτό της την πλήρη ελευθερία να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσααπέναντι στον αντίπαλό της, όπως κάνει και ο αντίπαλός της εναντίον της. Όπως δεν υπάρχει "τρίτο σύστημα", δεν υπάρχει επίσης αποκλειστικά "ειρηνικός δρόμος στον σοσιαλισμό"· όπως δεν μπορεί να ταυτιστεί ο σοσιαλισμός με τον "εκβιασμό" της άρχουσας τάξης να "δώσει κάτι παραπάνω" στους εκμεταλλευμένους της, έτσι και δεν μπορεί να απορρίπτεται η παράνομη δράση ή η ένοπλη πάλη εκ προοιμίου· όπως δεν αρκεί να ψηφίζουν ένα κόμμα εργάτες ή αγρότες για να είναι αυτό το κόμμα εργατικό, έτσι δεν ισούται με "σοσιαλισμό" το "κράτος πρόνοιας" των καπιταλιστικών κρατών σε μια ιστορική φάση που το κεφάλαιο χρησιμοποίησε το κράτος ως φοροληπτικό μηχανισμό για να χτίσει υποδομές που τώρα αρπάζει "τζάμπα" ή σε εξευτελιστικές τιμές.

πηγή Lenin Reloaded

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου