Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Άγρια χαρά και άγρια θλίψη

    Από τη μέρα που έσκασε η κρίση στη Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως νομίζω πως σε μένα τουλάχιστον δεν πέρασε ούτε μια μέρα συναισθηματικά αδιάφορη, ρουτινιασμένη σαν της μέρες της νωθρής ευμάρειας, σαν τις μέρες της παθολογικής ευφορίας. 

   Θυμάμαι, όταν πρώτο έγινε το οικονομικό μπαμ φοβήθηκα . Όχι ρε γαμώτο, είπα . Κι αν με διώξουν; Κι αν δεν μπορώ να βρω αλλού δουλειά; Κι αν χρειαστεί να ξεσπιτωθώ, να πάω μετανάστης; Κι αν, κι αν ...

   Μετά μ' έπιασε ξαφνικά μιαν άγρια χαρά . Έτσι ρε πούστιδες είπα, τόσο καιρό με κοιτάζατε λες κι ήμουν κάνας γιαχωβάς, με αντιμετωπίζετε σαν κάτι γραφικούς τύπους που γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά και διαλαλούσαν την συντέλεια του κόσμου. Κάθε φορά που το φέρνε η κουβέντα, κι άρχιζα να μιλάω για τις κυκλικές κρίσεις του καπιταλισμού , εσείς κοιτούσατε το καγιέν που 'χατε παρκαρισμένο απ’ έξω, γελούσατε κάτω απ τα μουστάκια σας και μου χτυπούσατε με συμπόνια και ανωτερότητα την πλάτη και παραγγέλνανε το επόμενο ντιμπλ. Τι έγινε τώρα; Καλά τα έλεγε ο γραφικός; Δεν είναι και τόσο τέλειος ο καπιταλισμός τελικά; Γίνανε αιφνιδίως οι κρίσεις της μόδας;


   Μετά μ' έπιασε μια γλυκιά χαρά. Ας είναι λέω, τώρα που οι γραφικοί επαληθευτήκαν, τώρα που γραφικοί αποδείχτηκε πως δεν είναι και τόσο γραφικοί, τώρα που καήκαμε με τη φωτιά, τώρα που πέσαμε στη λούμπα, τώρα που ο βασιλιάς αποδείχτηκε γυμνός, τώρα επιτέλους ο κόσμος θα ξυπνήσει, θα ωριμάσει και θα παλέψει, είπα. Θα παλέψει να στείλει στο διάολο όλους αυτούς που τον δούλευαν και τώρα τον αφήσανε γυμνό και πεινασμένο. Θα τους στείλει από εκεί που ήρθαν αυτούς και τις ιδέες τους. Έτσι αποκοιμήθηκα ήσυχος



   Μετά, όταν ξύπνησα, με κυρίεψε και πάλι ο φόβος. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν εδώ. Βλέπω τον κόσμο και απορώ. Αντί να τα βάλει με τους λωποδύτες, αντί να πάρει στο κυνήγι τα κωλόπαιδα με τα κολάρα, άρχιζε να φωνάζει αίμα και τιμή και να μαχαιρώνει μετανάστες . Τι κάνετε εκεί ρε; Τι σας φταίνε οι άνθρωποι ,ανοίξτε τα μάτια σας ρεεεε , να οι φταίχτες εκεί στα μπαρ του Κολωνακίου είναι, αυτοί εκεί οι χαρτογιακάδες σας κάψανε τις ζωές.


-Σκάσε ρε , πετάχτηκε ένας και μου πε. Μιλάτε και σεις που κάνατε απεργίες και διώξετε όλα τα εργοστάσια!

   Όπως αντιλαμβάνεσαι τον φόβο αντικατέστησε η θλίψη , μια απέραντη ,άγρια θλίψη για τους ανθρώπους, για μένα, για τη μοίρα τους , για τη μοίρα μου, που μοιραία είναι δεμένη με τη δικιά τους. Ο φόβος και θλίψη είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, η πιο σκληρή συντροφιά. Δεν σε αφήνουν να σκεφτείς , δε σε αφήνουν να κλείσεις μάτι.


   Αυτά τα δύσκολα βραδιά έρχονται στέκονται δίπλα μου κάποιοι γραφικοί απ τα παλιά, ποιητές τους λένε, επαναστάτες σαν τον Λειβαδίτη και τον Πλουμπίδη, σαν τον Τσε κι άλλοι πολλοί που δεν ξέρω καν τα ονόματα τους αλλά ξέρω την φωτιά στο βλέμμα τους. Έρχονται για να ψιθυρίσουν πως εμείς ζυμώνουμε το ψωμί που θα φαγωθεί αύριο από κάποιους πως ίσως δεν γεννήθηκαν ακόμη, έρχονται να δώσουν την ελπίδα και να πουν πως η ζωή και η ιστορία μπορεί να έχει πολυδαίδαλη διαδρομή αλλά το τέλος είναι το ξέφωτο. Έρχονται για να μπορέσω επιτέλους να κοιμηθώ, και να ξυπνήσω με τη δύναμη που χρειάζεται να αντιμετωπίσω την επόμενη απογοήτευση, τον επόμενο φόβο μέχρι τη μέρα που θα βγούμε στο φως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου